στο λεξικό PONS
I. εθί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛˈθizɔ] VERB μεταβ
- εθίζω
- gewöhnen
- εθίζω κάποιον σε κάτι
- jdn an etw αιτ gewöhnen
- έχω εθίσει τον οργανισμό μου στη νικοτίνη
- ich habe meinen Körper an Nikotin gewöhnt
II. εθί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ɛˈθizɔ] VERB αμετάβ
- εθίζω σε κάτι
- sich an etw αιτ gewöhnen
εθίζω VERB
- εθίζω κάποιον/κάτι στα ναρκωτικά
- jemanden/etwas drogensüchtig machen
- εθισμένος στα ναρκωτικά
- drogensüchtig
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εθίζω κάποιον σε κάτι
- jdn an etw αιτ gewöhnen
- εθίζω σε κάτι
- sich an etw αιτ gewöhnen