στο λεξικό PONS
πληρωμή [plirɔˈmi] SUBST θηλ
1. πληρωμή (καταβολή χρημάτων):
- πληρωμή
- Zahlung θηλ
- πληρωμή του δανείου
- Darlehensrückzahlung θηλ
- πληρωμή σε δόσεις
- Ratenzahlung θηλ
- εξισωτική πληρωμή
- Ausgleichszahlung θηλ
- καθυστερημένη πληρωμή
- verspätete Zahlung θηλ
- πρόστιμο ουδ λόγω καθυστερημένης πληρωμής
- Säumnisgebühr θηλ
- μαζικές πληρωμές
- Massenzahlungen θηλ πλ
- αυτοματοποιημένο σύστημα ουδ μαζικών πληρωμών ΟΙΚΟΝ
- automatisches Massenzahlungsverkehrssystem ουδ
- μερική πληρωμή
- Teilzahlung θηλ
- πληρωμή μερίσματος
- Dividendenzahlung θηλ
- πληρωμή του μισθού
- Gehaltszahlung θηλ
- πληρωμή πριν από την παράδοση
- Vorkasse θηλ
- με πληρωμή πριν από την παράδοση
- gegen Vorkasse
- πιστοποιητικό πληρωμής
- Zahlungsbestätigung θηλ
- πληρωμή του πριμ
- Prämienzahlung θηλ
- πρόσθετη πληρωμή (με καθυστέρηση)
- Nachzahlung θηλ
- πληρωμή της σύνταξης
- Rentenzahlung θηλ
- πληρωμή των τελών
- Gebührenzahlung θηλ
- πληρωμή των φόρων
- Steuerzahlung θηλ
- πληρωμή του χρέους
- Schuldenrückzahlung θηλ
- εγγύηση θηλ πληρωμής
- Zahlungsgarantie θηλ
- εντολή θηλ πληρωμής (σε τράπεζα)
- Zahlungsanweisung θηλ
- καθυστέρηση θηλ πληρωμής
- Zahlungsverzug αρσ
- μέσο ουδ πληρωμής
- Zahlungsmittel ουδ
- νόμιμο μέσο ουδ πληρωμής ΝΟΜ
- gesetzliches Zahlungsmittel ουδ
- όροι αρσ πλ πληρωμής
- Zahlungsbedingungen θηλ πλ
- παύση θηλ πληρωμών
- Zahlungseinstellung θηλ
- προθεσμία θηλ πληρωμής
- Zahlungsfrist θηλ
- συμφωνία θηλ πληρωμών
- Zahlungsabkommen ουδ
- σύστημα ουδ πληρωμών
- Zahlungssystem ουδ
- τόπος αρσ πληρωμής
- Zahlungsort αρσ
2. πληρωμή (αμοιβή εργασίας):
- πληρωμή
- Lohn αρσ
- πληρωμή με το κομμάτι
- Akkordlohn αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πληρωμή θηλ έναντι …
- Zahlung θηλ gegen … +αιτ
- πληρωμή θηλ αποζημίωσης
- Abfindungszahlung θηλ
- μερική πληρωμή
- Teilzahlung θηλ
- διασυνοριακή πληρωμή
- grenzüberschreitende Zahlung θηλ
- καθυστερημένη πληρωμή
- verspätete Zahlung θηλ