στο λεξικό PONS
απίστευτ|ος <-η, -ο> [aˈpistɛftɔs] ΕΠΊΘ
- απίστευτος
- unglaublich
- απίστευτο!
- unglaublich!
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- απήχηση
- απηχώ
- άπιαστος
- απίδι
- απιδόφυλλο
- απίστευτος
- απιστία
- απιστοποίητος
- άπιστος
- απιστώ
- άπλα