στο λεξικό PONS
I. δαγκώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ðaŋˈgɔnɔ], δαγκά|νω [ðaŋˈganɔ] <-σα, -στηκα [ή -θηκα], -μένος> VERB μεταβ
- δαγκώνω
- beißen
- δαγκώνω τα χείλη μου
- sich δοτ auf die Lippen beißen
- δάγκωσε τη γλώσσα σου!
- sag so etwas nicht!
- (μη φοβάσαι), δε δαγκώνω οικ ειρων
- (keine Angst), ich beiße nicht
- δαγκώνω τη λαμαρίνα (για τα καλά) οικ
- sich (voll) verknallen
II. δαγκώνομαι VERB αυτοπ ρήμα (να μη μιλήσω)
- δαγκώνομαι
- sich auf die Zunge beißen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- (μη φοβάσαι), δε δαγκώνω οικ ειρων
- (keine Angst), ich beiße nicht
- δαγκώνω τα χείλη μου
- sich δοτ auf die Lippen beißen
- δαγκώνω τη λαμαρίνα (για τα καλά) οικ
- sich (voll) verknallen