στο λεξικό PONS
χαλκός [xalˈkɔs] SUBST αρσ
- χαλκός
- Kupfer ουδ
- ανθρακικός χαλκός
- Kupferkarbonat ουδ
- ηλεκτρολυτικός χαλκός
- Elektrolytkupfer ουδ
- θειικός χαλκός
- Kupfersulfat ουδ
- οξείδιο ουδ του χαλκού
- Kupferoxid ουδ
- εποχή θηλ του χαλκού
- Bronzezeit θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηλεκτρολυτικός χαλκός
- Elektrolytkupfer ουδ
- θειικός χαλκός
- Kupfersulfat ουδ
- ανθρακικός χαλκός
- Kupferkarbonat ουδ