στο λεξικό PONS
καλοκαίρι [kalɔˈcɛri] SUBST ουδ
- καλοκαίρι
- Sommer αρσ
- πότε; – το καλοκαίρι
- wann? – im Sommer
- ινδιάνικο καλοκαίρι
- Altweibersommer αρσ
- ινδιάνικο καλοκαίρι
- warme Nachsommertage αρσ πλ
- αρχή θηλ του καλοκαιριού
- Sommeranfang αρσ
- τέλος ουδ του καλοκαιριού
- Sommerende ουδ
- το περασμένο καλοκαίρι
- letzten/vorigen Sommer
- το καλοκαίρι που μας έρχεται, το επόμενο καλοκαίρι
- nächsten Sommer
- οι ημέρες θηλ πλ του καλοκαιριού
- die Sommertage αρσ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χειμώνα καλοκαίρι
- das ganze Jahr über
- ινδιάνικο καλοκαίρι
- Altweibersommer αρσ
- πότε; – το καλοκαίρι
- wann? – im Sommer
- το περασμένο καλοκαίρι
- letzten/vorigen Sommer
- το καλοκαίρι που μας έρχεται, το επόμενο καλοκαίρι
- nächsten Sommer