στο λεξικό PONS
τελευταί|ος <-α, -ο> [tɛlɛfˈtɛɔs] ΕΠΊΘ
- τελευταίος
- letzte(r, s)
- έφτασε τελευταίος
- er ist als Letzter angekommen
- είμαι στα τελευταία μου
- in den letzten Zügen liegen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έφτασε τελευταίος
- er ist als Letzter angekommen
- τελευταίος/τελευταία πλειοδότης
- Meistbietende(r) mf
- βγαίνω πρώτος/τελευταίος
- der Erste/Letzte sein
- γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος παροιμ
- wer zuletzt lacht, lacht am besten
- έρχομαι πρώτος/δεύτερος/τρίτος/τελευταίος (σε αγώνα)
- Erster/Zweiter/Dritter/Letzter werden