στο λεξικό PONS
κουδούνι [kuˈðuni] SUBST ουδ
- κουδούνι
- Klingel θηλ
- κουδούνι
- Schelle θηλ
- το κουδούνι χτυπάει
- es klingelt/schellt
- του κρέμασαν κουδούνια
- man spricht überall über ihn
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- βαράει το κουδούνι
- es klingelt
- το κουδούνι χτυπάει
- es klingelt/schellt
- βαρώ το κουδούνι
- klingeln, läuten
- αυτό το κουδούνι μου δίνει στα νεύρα
- diese Klingel geht mir auf die Nerven