στο λεξικό PONS
I. μοιρά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [miˈrazɔ] VERB μεταβ
1. μοιράζω (χωρίζω):
- μοιράζω σε
- teilen in +αιτ
2. μοιράζω (διανέμω):
- μοιράζω σε
- verteilen an +αιτ
- μοιράζω τη διαφορά (τα κάνω μισά μισά)
- halbe-halbe machen
- μοιράζει υποσχέσεις
- er geizt nicht mit Versprechungen
3. μοιράζω (τα χαρτιά):
- μοιράζω
- geben
- ποιος μοιράζει;
- wer gibt?
II. μοιράζομαι VERB αυτοπ ρήμα
- μοιραστήκαν το κέρδος
- sie haben den Gewinn untereinander aufgeteilt
- μοιραστήκαμε τη διαφορά
- wir haben halbe-halbe gemacht
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μοιράζω τη διαφορά (τα κάνω μισά μισά)
- halbe-halbe machen
- μοιράζω γροθιές δεξιά κι αριστερά
- wild um sich schlagen