στο λεξικό PONS
I. ενεργ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛnɛrˈɣɔ] VERB αμετάβ
1. ενεργώ (βρίσκομαι σε ενέργεια, κάνω):
- ενεργώ
- handeln
- ενέργησε παράξενα
- er hat seltsam gehandelt
- πρέπει να ενεργήσουμε αμέσως
- wir müssen sofort handeln
- ενεργώ καλά/άσχημα απέναντι σε κάποιον
- sich jdm gegenüber gut/schlecht verhalten
- ενεργώ δικαστικώς εναντίον κάποιου
- gerichtlich gegen jdn vorgehen
2. ενεργώ (φάρμακο: φέρνω αποτέλεσμα):
- ενεργώ
- wirken
3. ενεργώ (προσπαθώ να επιτύχω):
- ενεργώ να βρω κάτι
- sich darum bemühen, etw zu finden
II. ενεργ|ώ <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ɛnɛrˈɣɔ] VERB μεταβ
1. ενεργώ (εκτελώ, διεξάγω):
- ενεργώ
- durchführen
- ενεργώ εκλογές
- Wahlen abhalten
2. ενεργώ (έγγραφο):
- ενεργώ
- bearbeiten
III. ενεργούμαι VERB αυτοπ ρήμα
- ενεργούμαι
- Stuhlgang haben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ενεργώ αυτοψία
- eine Untersuchung vor Ort durchführen
- ενεργώ εκλογές
- Wahlen abhalten
- ενεργώ δικαστικώς εναντίον κάποιου
- gerichtlich gegen jdn vorgehen
- ενεργώ να βρω κάτι
- sich darum bemühen, etw zu finden
- ενεργώ με καλή πίστη ΝΟΜ
- in gutem Glauben handeln