στο λεξικό PONS
εργοδότης (εργοδότρια) [ɛrɣɔˈðɔtis, ɛrɣɔˈðɔtria] SUBST αρσ/θηλ (θηλ)
- εργοδότης (εργοδότρια)
- Arbeitgeber(in) αρσ (θηλ)
- ένωση θηλ εργοδοτών
- Arbeitgeberverband αρσ
- ευθύνη θηλ του εργοδότη ΝΟΜ
- Arbeitgeberhaftung θηλ
- μέρος ουδ των εργοδοτών
- Arbeitgeberseite θηλ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.