στο λεξικό PONS
έπομαι [ˈɛpɔmɛ] VERB αμετάβ nur präs und imperf
- έπομαι
- folgen
- από αυτό έπεται ότι …
- hieraus folgt, dass …
- εκ τούτου έπεται:
- daraus folgt:
- ενός κακού μύρια έπονται
- ein Unglück kommt selten allein
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.