στο λεξικό PONS
αηδία [aiˈðia] SUBST θηλ
- αηδία
- Ekel αρσ
- είναι (μια) αηδία
- das ist richtig ekelhaft
- μου προκαλεί αηδία (κάτι)
- ich ekle mich davor
- λέω αηδίες
- dummes Zeug reden
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι (μια) αηδία
- das ist richtig ekelhaft
- μου προκαλεί αηδία (κάτι)
- ich ekle mich davor