στο λεξικό PONS
ανταποκρί|νομαι <-θηκα> [andapɔˈkrinɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. ανταποκρίνομαι (αναλογώ):
- ανταποκρίνομαι σε κάτι
- einer Sache δοτ entsprechen
- ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις ενός πράγματος
- einer Sache δοτ genügen
2. ανταποκρίνομαι (ανταποδίδω κάτι):
- ανταποκρίνομαι στην αγάπη κάποιου
- jds Liebe erwidern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ανταποκρίνομαι στην αγάπη κάποιου
- jds Liebe erwidern
- ανταποκρίνομαι σε κάτι
- einer Sache δοτ entsprechen
- ανταποκρίνομαι στις απαιτήσεις ενός πράγματος
- einer Sache δοτ genügen