στο λεξικό PONS
βλάπτω
βλάπτω s. βλάφτω
βλά|φτω [ˈvlaftɔ], βλά|πτω [ˈvlaptɔ] <-ψα, -φτηκα, -μμένος> VERB μεταβ
- βλάφτω κάποιον/κάτι
- schaden jdm/einer Sache
- δε θα σε βλάψει αν μας βοηθήσεις λίγο
- es würde dir nichts schaden, wenn du uns ein bisschen helfen würdest
βλά|φτω [ˈvlaftɔ], βλά|πτω [ˈvlaptɔ] <-ψα, -φτηκα, -μμένος> VERB μεταβ
- βλάφτω κάποιον/κάτι
- schaden jdm/einer Sache
- δε θα σε βλάψει αν μας βοηθήσεις λίγο
- es würde dir nichts schaden, wenn du uns ein bisschen helfen würdest
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.