στο λεξικό PONS
επιγρά|φω <-ψα, -φτηκα, -μμένος> [ɛpiˈɣrafɔ] VERB μεταβ
1. επιγράφω (χαράσσω):
- επιγράφω
- einschreiben
2. επιγράφω (τιτλοφορώ):
- επιγράφω
- betiteln
3. επιγράφω (γράμμα):
- επιγράφω
- adressieren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.