στο λεξικό PONS
όγδο|ος <-η, -ο> [ˈɔɣðɔɔs] ΕΠΊΘ
- όγδοος
- achte(r, s)
- φτάνω όγδοος/όγδοη
- als Achter/Achte ankommen
- βγήκε όγδοος (σε αγώνα)
- er wurde Achter
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- δέκατος όγδοος
- achtzehnter
- βγήκε όγδοος (σε αγώνα)
- er wurde Achter
- φτάνω όγδοος/όγδοη
- als Achter/Achte ankommen