στο λεξικό PONS
μονάδα [mɔˈnaða] SUBST θηλ
1. μονάδα (ομάδα):
- μονάδα
- Einheit θηλ
- ειδική μονάδα
- Sondereinheit θηλ
2. μονάδα (μέτρο, ποσότητα):
- μονάδα
- Einheit θηλ
- μονάδα αμύλου
- Broteinheit θηλ
- αστρονομική μονάδα
- astronomische Einheit θηλ
- αριθμητική μονάδα
- arithmetische Einheit θηλ
- μονάδα ατομικής μάζας
- atomare Masseeinheit θηλ
- μονάδα βάρους
- Gewichtseinheit θηλ
- μονάδα βάσης ΦΥΣ
- Basiseinheit θηλ
- διεθνής μονάδα ΒΙΟΛ
- internationale Einheit θηλ
- μονάδα ισχύος
- Leistungseinheit θηλ
- ηλεκτρική μονάδα
- elektrische Einheit θηλ
- θερμαντική μονάδα
- Wärmeeinheit θηλ
- μονάδα μάζας
- Masseeinheit θηλ
- μονάδα μέτρησης
- Maßeinheit θηλ
- μονάδα μήκους
- Längeneinheit θηλ
- νομισματική μονάδα
- Währungseinheit θηλ
- εθνική νομισματική μονάδα
- nationale Währungseinheit θηλ
- ευρωπαϊκή νομισματική μονάδα
- Europäische Währungseinheit θηλ
- μονάδα συνδιάλεξης (τηλεφώνου)
- Gesprächseinheit θηλ
- μονάδα χρόνου
- Zeiteinheit θηλ
3. μονάδα Η/Υ (εξάρτημα):
- μονάδα δισκέτας
- Diskettenlaufwerk ουδ
- μονάδα CD-ROM
- CD-ROM-Laufwerk ουδ
- μονάδα DVD-ROM
- DVD-ROM-Laufwerk ουδ
- Κεντρική Μονάδα Επεξεργασίας
- CPU θηλ
- Κεντρική Μονάδα Επεξεργασίας
- Prozessor αρσ
- μονάδα σκληρού δίσκου
- Festplattenlaufwerk ουδ
- μονάδα τσιπ
- Chipsatz αρσ
4. μονάδα (τμήμα επιχείρησης):
- μονάδα
- Abteilung θηλ
5. μονάδα (τμήμα νοσοκομείου):
- μονάδα
- Station θηλ
- μονάδα εντατικής θεραπείας
- Intensivstation θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μονάδα θηλ αμύλου
- Broteinheit θηλ
- μονάδα θηλ δισκέτας
- Diskettenlaufwerk ουδ
- μονάδα θηλ τσιπ (σε Η/Υ)
- Chipsatz αρσ
- μονάδα θηλ ευρώ
- Euro-Einheit θηλ
- ειδική μονάδα
- Sondereinheit θηλ