στο λεξικό PONS
γλώσσα [ˈɣlɔsa] SUBST θηλ
1. γλώσσα (όργανο):
- γλώσσα
- Zunge θηλ
- στην άκρη της γλώσσας μου το 'χω
- es liegt mir auf der Zunge
- το κορίτσι του έβγαλε τη γλώσσα
- das Mädchen hat ihm die Zunge herausgestreckt
- λύνω τη γλώσσα κάποιου (για κρασί κτλ)
- jdm die Zunge lösen
- μου βγήκε η γλώσσα (λαχάνιασα)
- ganz außer Atem sein
- κόβει και ράβει η γλώσσα του
- er ist sehr redegewandt
- κυανή γλώσσα ΖΩΟΛ (ασθένεια)
- Blauzunge θηλ
2. γλώσσα (φλυαρία, ομιλία):
- δεν κρατάει τη γλώσσα του
- sein Mundwerk steht nicht still
- κράτησε τη γλώσσα σου εσύ!
- halt du den Mund!
- έχει μια γλώσσα!
- der hat vielleicht ein Mundwerk!
- από … γλώσσα δεν έβαλε στο στόμα του
- seit … redet er nur pausenlos
- η γλώσσα του πάει ψαλίδι
- er redet wie ein Wasserfall
- βάζω χαλινάρι στη γλώσσα μου
- darauf achten, was man sagt
- φαρμάκι στάζει η γλώσσα του
- er spuckt Gift und Galle
- όταν … δένεται η γλώσσα του
- wenn …, verstummt er
- με τρώει η γλώσσα μου να του το πω
- ich würde es ihm am liebsten sagen
- καταπίνω τη γλώσσα μου
- keinen Ton sagen
- κατάπιες τη γλώσσα σου;
- hat es dir die Sprache verschlagen?
- μπερδεύω τη γλώσσα μου
- sich versprechen
- οι κακές γλώσσες λένε πως …
- böse Zungen behaupten, dass …
- η γλώσσα κόκκαλα δεν έχει και κόκκαλα τσακίζει παροιμ
- nichts ist so machtvoll wie das Wort
- γλώσσα λανθάνουσα τ' αληθή λέγει παροιμ
- wer sich verspricht, sagt eigentlich die Wahrheit
3. γλώσσα (αυθάδεια):
- βγάζω γλώσσα
- frech werden
- έχει μεγάλη γλώσσα (παιδί)
- er ist sehr frech
- έβγαλε γλώσσα στον πατέρα του
- er wurde frech zu seinem Vater
- μάζεψε τη γλώσσα σου!
- pass (mal) auf, was du sagst!
4. γλώσσα (σύστημα επικοινωνίας):
- γλώσσα
- Sprache θηλ
- μιλάμε άλλη γλώσσα μτφ (δεν μπορούμε να συνεννοηθούμε)
- wir sprechen nicht die gleiche Sprache
- γλώσσα του τόπου
- Regionalsprache θηλ
- ζωντανή/νεκρή γλώσσα
- lebende/tote Sprache θηλ
- φυσική γλώσσα
- natürliche Sprache θηλ
- τεχνητή γλώσσα
- Kunstsprache θηλ
- μειονοτική γλώσσα
- Minderheitensprache θηλ
- μητρική γλώσσα
- Muttersprache θηλ
- γλώσσα των δικαστηρίων
- Gerichtssprache θηλ
- γλώσσα μηχανής Η/Υ
- Maschinensprache θηλ
- γλώσσα των νοημάτων
- Zeichensprache θηλ
- ξένη γλώσσα
- Fremdsprache θηλ
- παγκόσμια γλώσσα
- Weltsprache θηλ
- συνθηματική γλώσσα
- Zeichensprache θηλ
- γλώσσα του σώματος
- Körpersprache θηλ
- γλώσσα των κωφαλάλων
- Taubstummensprache θηλ
- γλώσσα προγραμματισμού Η/Υ
- Programmiersprache θηλ
- γλώσσα υψηλού επιπέδου Η/Υ
- höhere Programmiersprache θηλ
- γλώσσα χαμηλού επιπέδου Η/Υ
- maschinennahe Programmiersprache θηλ
- γλώσσα χαμηλού επιπέδου Η/Υ
- niedere Programmiersprache θηλ
5. γλώσσα (ψάρι):
- γλώσσα
- Seezunge θηλ
- κίτρινη γλώσσα
- Zwergzunge θηλ
- γλώσσα λιμάντα
- Limande θηλ
ιδιωτισμοί:
- γλώσσα στεριάς
- Landzunge θηλ
γλώσσα SUBST
- καθημερινή γλώσσα θηλ
- Alltagssprache θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- νοηματική γλώσσα
- Zeichensprache θηλ
- νομική γλώσσα
- Rechtssprache θηλ
- συνθηματική γλώσσα
- Zeichensprache θηλ
- τεχνητή γλώσσα
- Kunstsprache θηλ
- παγκόσμια γλώσσα
- Weltsprache θηλ