στο λεξικό PONS
I. τρελ|ός <-ή, -ό> [trɛˈlɔs] ΕΠΊΘ
- τρελός
- verrückt
- γίνεται της τρελής εκεί πέρα
- da hinten ist die Hölle los
- είμαι τρελός για δέσιμο
- vollkommen übergeschnappt sein
II. τρελ|ός <-ή, -ό> [trɛˈlɔs] SUBST αρσ/θηλ
- τρελός
- Verrückte(r) mf
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι (τρελός) για δέσιμο
- er ist vollkommen übergeschnappt
- είμαι τρελός για δέσιμο
- vollkommen übergeschnappt sein
- κάνω σαν τρελός
- sich wie ein Verrückter gebärden
- τρέχει σαν τρελός
- er rast wie ein Irrer