στο λεξικό PONS
I. σκέφτ|ομαι <-ηκα> [ˈscɛftɔmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. σκέφτομαι (η πράξη του νου):
- σκέφτομαι
- denken
- δεν καταλαβαίνω τον τρόπο που σκέφτεται
- ich verstehe seine Denkweise nicht
2. σκέφτομαι (κάθομαι και συλλογίζομαι):
- σκέφτομαι
- überlegen, nachdenken
- τι σκέφτεσαι;
- was überlegst du?
- πρέπει να το σκεφτώ
- das muss ich mir noch überlegen
- θα σκεφτώ και θα σου πω
- ich werde es mir überlegen und dir Bescheid sagen
- για σκέψου λίγο
- denk mal drüber nach
3. σκέφτομαι (φαντάζομαι):
- σκέφτομαι
- sich vorstellen
- για σκέψου!
- stell dir mal vor!
- σκέψου να χάναμε το τρένο!
- stell dir mal vor, wir hätten den Zug verpasst!
4. σκέφτομαι (σκοπεύω):
- σκέφτομαι να κάνω …
- ich habe vor, … zu machen
- σκέφτηκα να …
- ich habe mir überlegt zu …
- ποτέ δε σκέφτηκα να κάνω τέτοιο πράγμα
- ich habe nie daran gedacht, so etwas zu tun
II. σκέφτ|ομαι <-ηκα> [ˈscɛftɔmɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. σκέφτομαι (κάτι):
- σκέφτομαι κάτι (για να βρω λύση κτλ)
- über etw αιτ nachdenken
- αν το σκεφτείς έχει δίκιο
- wenn man einmal darüber nachdenkt, hat er Recht/eigentlich hat er Recht
- συνέχεια το σκεφτόταν
- er dachte ständig darüber nach
2. σκέφτομαι (κάποιον, κάτι: έχω αναμνήσεις, λαβαίνω υπόψη):
- σκέφτομαι κάποιον/κάτι
- an jdn/etw denken
- σκέψου τη μητέρα σου! (πρέπει να τη λάβεις υπόψη)
- denk an deine Mutter!
- δε σκέφτεται τους άλλους
- er/sie denkt nicht an andere
- σκεφτόταν τα χρόνια που …
- er/sie dachte an die Jahre, als …
- συνέχεια τη σκεφτόταν
- er dachte ständig an sie
3. σκέφτομαι (επινοώ):
- σκέφτομαι κάτι (μια λύση κτλ)
- sich δοτ ausdenken
- σκέψου κάτι γιατί θα …
- denk dir was aus, sonst …
- ποιος το σκέφτηκε αυτό;
- wer hat sich das ausgedacht?
- τι σκέφτηκες και πήγες τέτοια ώρα;
- was hast du dir gedacht, um so eine Zeit dorthin zu gehen?
- όταν τ' άκουσα σκέφτηκα ότι θα 'ταν η αδερφή της
- als ich es hörte, habe ich mir gedacht, dass es wohl ihre Schwester war
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκέφτομαι κάτι (για να βρω λύση κτλ)
- über etw αιτ nachdenken
- σκέφτομαι να κάνω …
- ich habe vor, … zu machen
- σκέφτομαι κάτι με μελαγχολία
- melancholisch/schwermütig an etw αιτ denken
- αναρριγώ που το σκέφτομαι
- es schaudert mich, wenn ich daran denke
- ανατριχιάζω που το σκέφτομαι
- es schaudert mich, wenn ich daran denke