στο λεξικό PONS
I. χαμηλώ|νω <-σα, -μένος> [xamiˈlɔnɔ] VERB μεταβ
1. χαμηλώνω (τοίχο):
- χαμηλώνω
- niedriger machen
2. χαμηλώνω (τιμή):
- χαμηλώνω
- senken
- χαμηλώνω τη φωνή μου
- leiser sprechen
- χαμηλώνω την ένταση της τηλεόρασης
- den Fernseher leiser stellen
II. χαμηλώ|νω <-σα, -μένος> [xamiˈlɔnɔ] VERB αμετάβ
1. χαμηλώνω (κατεβαίνω: θερμοκρασία, τιμές):
- χαμηλώνω
- sinken
2. χαμηλώνω (ελαττώνομαι):
- χαμηλώνω
- nachlassen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- χαμηλώνω τη φωνή μου
- leiser sprechen
- χαμηλώνω/σηκώνω την ένταση
- die Lautstärke herunterdrehen/hochdrehen
- χαμηλώνω την ένταση της τηλεόρασης
- den Fernseher leiser stellen