στο λεξικό PONS
ποιότητα [piˈɔtita] SUBST θηλ
- ποιότητα
- Qualität θηλ
- ποιότητα ζωής
- Lebensqualität θηλ
- εκλεκτή ποιότητα
- erlesene Qualität θηλ
- εκλεκτή ποιότητα
- Spitzenqualität θηλ
- μέσης ποιότητας
- von durchschnittlicher/mittlerer Qualität
- υψηλής ποιότητας
- Qualitäts-
- ποιότητα του προϊόντος
- Produktqualität θηλ
- αξιολόγηση θηλ ποιότητας
- Qualitätsbeurteilung θηλ
- αξιολόγηση θηλ ποιότητας
- Qualitätsbewertung θηλ
- βαθμός αρσ ποιότητας
- Gütegrad αρσ
- διαφορά θηλ ποιότητας
- Qualitätsunterschied αρσ
- διασφάληση θηλ ποιότητας
- Qualitätssicherung θηλ
- έλεγχος αρσ ποιότητας
- Qualitätskontrolle θηλ
- εξέταση θηλ ποιότητας
- Qualitätsprüfung θηλ
- σήμα ουδ ποιότητας
- Gütezeichen ουδ
- πιστοποιητικό ουδ ποιότητας
- Qualitätszertifikat ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ποιότητα θηλ διδασκαλίας
- Unterrichtsqualität θηλ
- ποιότητα ζωής
- Lebensqualität θηλ
- εκλεκτή ποιότητα
- erlesene Qualität θηλ
- συναγωνίζομαι κάτι στην ποιότητα
- in der Qualität mit etw mithalten
- κατά την ποιότητα καλύτερος
- hinsichtlich der Qualität besser