στο λεξικό PONS
I. γυαλί|ζω <-σα, -ίστηκα, -ισμένος> [jaˈlizɔ] VERB αμετάβ (λάμπω)
- γυαλίζω
- glänzen
- γυαλίζει το μάτι του
- einen irren Blick haben
II. γυαλί|ζω <-σα, -ίστηκα, -ισμένος> [jaˈlizɔ] VERB μεταβ (λουστράρω)
- γυαλίζω
- polieren
- κάτι μου γυαλίζει
- etw fällt mir auf
- γυαλίζω (τον) πάγκο ΑΘΛ
- (die ganze Zeit) auf der Ersatzbank sitzen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γυαλίζω (τον) πάγκο ΑΘΛ
- (die ganze Zeit) auf der Ersatzbank sitzen