στο λεξικό PONS
- βασίζομαι σε
- sich verlassen auf +αιτ
- sich stützen
- βασίζομαι
- bauen
- βασίζομαι
- basieren auf +δοτ
- βασίζομαι σε
- beruhen
- βασίζομαι, στηρίζομαι
- vertrauen
- εμπιστεύομαι, βασίζομαι
- fußen auf +δοτ
- βασίζομαι σε
- zählen
- βασίζομαι, υπολογίζω
- rechnen auf +αιτ
- βασίζομαι σε
- schwören auf +αιτ
- βασίζομαι σε
- sich verlassen auf +αιτ
- βασίζομαι σε
- etw αιτ zugrunde legen
- βασίζομαι σε κάτι
- jdn beim Wort nehmen
- βασίζομαι στο λόγο κάποιου
- sich gründen auf +αιτ
- βασίζομαι πάνω σε
- auf sein Glück vertrauen
- βασίζομαι στην τύχη μου
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.