στο λεξικό PONS
κεντρικ|ός <-ή, -ό> [cɛndriˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. κεντρικός (που βρίσκεται στο κέντρο):
- κεντρικός
- zentral, Mittel-
2. κεντρικός (κύριος: σταθμός, είσοδος κτλ):
- κεντρικός
- Haupt-
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μέσος κεντρικός
- Innenverteidiger αρσ
- κεντρικός δρόμος
- Hauptstraße θηλ
- κεντρικός κύκλος (σε γήπεδο ποδοσφαίρου)
- Mittelkreis αρσ
- κεντρικός αγωγός
- Hauptleitung θηλ
- κεντρικός καθρέφτης (στο εσωτερικό)
- (innerer) Rückspiegel αρσ