στο λεξικό PONS
οικονομικ|ός <-ή, -ό> [ikɔnɔmiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. οικονομικός (του οικονομικού συστήματος):
- οικονομικός
- wirtschaftlich, Wirtschafts-
- οικονομική άνθηση
- Hochkonjunktur θηλ
- περίοδος θηλ οικονομικής άνθησης
- Hochkonjunkturphase θηλ
- οικονομική ανάλυση
- Wirtschaftsanalyse θηλ
- οικονομική βοήθεια
- Wirtschaftshilfe θηλ
- οικονομικές γνώσεις
- Wirtschaftskenntnisse θηλ πλ
- οικονομικές διαπραγματεύσεις
- Wirtschaftsverhandlungen θηλ πλ
- οικονομικό δυναμικό
- Wirtschaftspotenzial ουδ
- οικονομικές ειδήσεις
- Wirtschaftsnachrichten θηλ πλ
- οικονομικές επιστήμες
- Wirtschaftswissenschaften θηλ πλ
- οικονομική έρευνα
- Wirtschaftsforschung θηλ
- Γερμανικό Ινστιτούτο ουδ Οικονομικής Έρευνας
- Deutsches Institut ουδ für Wirtschaftsforschung
- οικονομική θεωρία
- Wirtschaftstheorie θηλ
- οικονομική κατάσταση (κατάσταση της οικονομίας)
- Wirtschaftslage θηλ
- έκθεση θηλ οικονομικής κατάστασης (σε επιχείρηση)
- Geschäftsbericht αρσ
- οικονομικός κύκλος
- Konjunkturzyklus αρσ
- οικονομικές κυρώσεις
- Wirtschaftssanktionen θηλ πλ
- οικονομικές συνέπειες
- wirtschaftliche Auswirkungen θηλ πλ
- οικονομική συνεργασία
- wirtschaftliche Zusammenarbeit θηλ
- οικονομικό σύστημα
- Wirtschaftssystem ουδ
2. οικονομικός (που δεν καταναλώνει πολλά):
- οικονομικός
- sparsam
- οικονομικά μέτρα
- Sparmaßnahmen θηλ πλ
3. οικονομικός (όχι ακριβός):
- οικονομικός
- preiswert
4. οικονομικός (χρηματικός):
- οικονομικός
- finanziell, Finanz-
- οικονομική ανάλυση
- Finanzanalyse θηλ
- οικονομική βοήθεια
- Finanzhilfe θηλ
- οικονομική κατάσταση (προσωπική χρηματική κατάσταση)
- finanzielle Lage θηλ
- οικονομικές ανάγκες
- finanzieller Bedarf αρσ
- οικονομικές ανάγκες
- Finanzbedarf αρσ
- οικονομικές δυσκολίες
- finanzielle Schwierigkeiten θηλ πλ
- οικονομικά μέσα
- finanzielle Mittel ουδ πλ
- οικονομική εξαθλίωση
- (völlige) Verarmung θηλ
- οικονομικά συμφέροντα
- finanziellen Interessen θηλ πλ
- οικονομική συνεργασία
- finanzielle Zusammenarbeit θηλ
- οικονομικές υποχρεώσεις (ιδιώτη)
- finanzielle Verpflichtungen θηλ πλ
- οικονομικές υποχρεώσεις (επιχείρησης) ΛΟΓΙΣΤ
- Verbindlichkeiten θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- οικονομικός κλάδος
- Wirtschaftszweig αρσ
- οικονομικός αποκλεισμός
- Wirtschaftsblockade θηλ
- οικονομικός τύπος
- Wirtschaftspresse θηλ
- οικονομικός φιλελευθερισμός
- Wirtschaftsliberalismus αρσ
- οικονομικός προγραμματισμός
- Wirtschaftsplanung θηλ