στο λεξικό PONS
I. στρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ˈstrɔnɔ] VERB μεταβ
1. στρώνω (απλώνω):
- στρώνω
- ausbreiten
2. στρώνω (κρεβάτι):
- στρώνω
- machen
3. στρώνω (δάπεδο):
- στρώνω
- auslegen
4. στρώνω (δρόμο):
- στρώνω
- pflastern
5. στρώνω (τραπέζι):
- στρώνω
- decken
II. στρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ˈstrɔnɔ] VERB αμετάβ
1. στρώνω (φόρεμα):
- στρώνω
- sitzen
2. στρώνω (δουλειά, εργάτης):
- στρώνω
- sich einspielen
3. στρώνω (ανωμαλίες, καιρός):
- στρώνω
- sich legen
III. στρώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. στρώνομαι (ξαπλώνω):
- στρώνομαι
- sich hinlegen
ιδιωτισμοί:
- στρώνομαι στη δουλειά
- sich an die Arbeit machen
- στρώνομαι σε κάτι (αρχίζω κάτι)
- sich an etw αιτ machen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- στρώνω με πλακάκια
- mit Fliesen auslegen