στο λεξικό PONS
σκοπός [skɔˈpɔs] SUBST αρσ
1. σκοπός (στόχος):
- σκοπός
- Ziel ουδ
- ο σκοπός της ζωής του
- sein Lebensziel ουδ
- αντικειμενικός σκοπός ΦΙΛΟΣ
- letzter Zweck αρσ
- ενδιάμεσος σκοπός
- Zwischenziel ουδ
- επιχειρηματικός σκοπός ΟΙΚΟΝ
- Unternehmensziel ουδ
2. σκοπός (επιδίωξη, πρόθεση):
- σκοπός
- Zweck αρσ
- για ποιο σκοπό;
- zu welchem Zweck?, wozu?
- για διάφορους σκοπούς (χρήση εργαλείου κτλ)
- zu verschiedenen Zwecken
- εξυπηρετώ ένα σκοπό
- einem Zweck dienen
- το έκανε με σκοπό να τον προσβάλει
- er/sie hat es in der Absicht getan, ihn zu beleidigen
- έχω σκοπό να …
- ich habe vor zu …
- ο σκοπός αγιάζει τα μέσα παροιμ
- der Zweck heiligt die Mittel
3. σκοπός ΜΟΥΣ:
- σκοπός
- Melodie θηλ
- χορεύει στο δικό της το σκοπό
- er tanzt nach ihrer Pfeife
4. σκοπός ΣΤΡΑΤ:
- σκοπός
- Wache θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επιχειρηματικός σκοπός ΟΙΚΟΝ
- Unternehmensziel ουδ
- αντικειμενικός σκοπός ΦΙΛΟΣ
- letzter Zweck αρσ
- κερδοσκοπικός σκοπός
- Gewinnerzielungsabsicht θηλ
- κατασκοπευτικός σκοπός
- Spionagezweck αρσ
- νανουριστικός σκοπός
- Wiegenlied ουδ