στο λεξικό PONS
τυφλ|ός <-ή, -ό> [tiˈflɔs] ΕΠΊΘ και μτφ (μίσος, εμπιστοσύνη)
- τυφλός
- blind
- τυφλός από το ένα μάτι
- auf einem Auge blind
- στα τυφλά (στα κουτουρού)
- auf gut Glück, blind
- αυτό μπορώ να το κάνω στα τυφλά
- das kann ich mit links machen
- ραντεβού ουδ στα τυφλά
- Blind Date ουδ
- τυφλός δρόμος
- Sackgasse θηλ
- τυφλό έντερο
- Blinddarm αρσ
τυφλός
- στους τυφλούς βασιλεύει ο μονόφθαλμος ιδιωτ
- unter den Blinden ist der Einäugige König
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τυφλός δρόμος
- Sackgasse θηλ
- τυφλός από το ένα μάτι
- auf einem Auge blind