στο λεξικό PONS
I. τελ|ειώνω <-ειωσα [ή -είωσα], -ειώθηκα, -ειωμένος> [tɛˈʎɔnɔ] VERB μεταβ
1. τελειώνω (φέρνω σε τέλος):
- τελειώνω
- beenden
- τελειώνω
- fertig stellen
2. τελειώνω (τακτοποιώ, κανονίζω):
- τελειώνω
- erledigen
3. τελειώνω (εξαντλώ):
- τελειώνω
- aufbrauchen
II. τελ|ειώνω <-ειωσα [ή -είωσα], -ειώθηκα, -ειωμένος> [tɛˈʎɔnɔ] VERB αμετάβ
1. τελειώνω (περατώνομαι):
- τελειώνω
- fertig werden
- αυτή τη στιγμή η δουλειά μας τελειώνει
- unsere Arbeit wird gerade fertig
- αυτό εδώ πότε θα τελειώσει;
- wann ist das hier fertig?
2. τελειώνω (φτάνω στο τέλος):
- τελειώνω
- zu Ende gehen
- το έργο τέλειωσε
- der Film ist zu Ende
3. τελειώνω (με τη δουλειά μου):
- περίμενε, τελειώνουμε
- warte, wir sind gleich fertig
- τέλειωσες;
- bist du fertig?
- δεν τέλειωσα μαζί σου ακόμα
- ich bin noch nicht fertig mit dir
- τελείωνε!
- werd endlich fertig!
4. τελειώνω (εξαντλούμαι):
- τέλειωσε το λάδι
- das Öl ist aufgebraucht
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.