στο λεξικό PONS
τυρί [tiˈri] SUBST ουδ
- τυρί
- Käse αρσ
- μαλακό/σκληρό τυρί
- Weichkäse/Hartkäse αρσ
- τυρί αγελαδινό
- Kuhkäse αρσ
- τυρί αίγειο, τυρί από κατσικίσιο γάλα
- Ziegenkäse αρσ
- τυρί Γκοργκοντζόλα
- Gorgonzola αρσ
- τυρί Έμενταλ
- Emmentaler αρσ
- τυρί Καμαμπέρ
- Camembert αρσ
- τυρί κότετζ
- Hüttenkäse αρσ
- τυρί Μπρι
- Brie αρσ
- τυρί Παρμεζάνα
- Parmesan αρσ
- τυρί πρόβειο
- Schaf(s)käse αρσ
- τυρί Ρακλέτ
- Raclette αρσ
- τυρί Ροκφόρ
- Roquefort αρσ
- τυρί φέτα
- Feta-Käse αρσ
- φρέσκο τυρί
- Frischkäse αρσ