στο λεξικό PONS
κύμα [ˈcima] SUBST ουδ (νερού, φωτός) ΗΛΕΚ
- κύμα και μτφ
- Welle θηλ
- ένα κύμα ενθουσιασμού
- eine Welle θηλ der Begeisterung
- κύμα βίας
- Welle θηλ der Gewalt
- κύμα βίας
- Gewaltwelle θηλ
- κύμα καύσωνος
- Hitzewelle θηλ
- κύμα εξόδου
- Ausreisewelle θηλ
- αρμονικό κύμα
- harmonische Welle θηλ
- βραχέα κύματα
- Kurzwelle θηλ ενικ
- μεσαία κύματα
- Mittelwelle θηλ ενικ
- μακρά κύματα
- Langwelle θηλ ενικ
- διαμήκης κύμα
- Longitudinalwelle θηλ
- διαμήκης κύμα
- Längswelle θηλ
- ηλεκτρομαγνητικό κύμα
- elektromagnetische Welle θηλ
- εγκάρσιο κύμα
- Transversalwelle θηλ
- εγκάρσιο κύμα
- Querwelle θηλ
- ελαστικά κύματα
- elastische Wellen θηλ πλ
- ηχητικό κύμα
- Schallwelle θηλ
- καθοδυγούμενο κύμα ΗΛΕΚ
- geführte Welle θηλ
- κρουστικό κύμα
- Schlagwelle θηλ
- κρουστικό κύμα (από έκρηξη)
- Druckwelle θηλ
- οριζόντιο κύμα
- liegende Welle θηλ
- περιοδικό κύμα
- periodische Welle θηλ
- κύμα πίεσης ΜΕΤΕΩΡ
- Druckwelle θηλ
- κύμα ίδρυσης εταιρειών
- Gründungswelle θηλ
- σεισμικό κύμα (στο έδαφος)
- Erdbebenwelle θηλ
- σεισμικό κύμα (μεγάλο κύμα νερού)
- Tsunami αρσ
- κύμα σοκ
- Schockwelle θηλ
- σύνθετο κύμα
- zusammengesetzte Welle θηλ
- τρέχοντα κύματα
- fortschreitende Wellen θηλ πλ
- φέρον κύμα
- Trägerwelle θηλ
- κύμα φωτός
- Lichtwelle θηλ
- βάση θηλ κύματος ΓΕΩΛ
- Wellenbasis θηλ
- διάδοση θηλ κυμάτων
- Wellenausbreitung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κύμα ουδ ψύχους
- Kältewelle θηλ
- κρουστικό κύμα
- Schlagwelle θηλ
- κύμα βίας
- Welle θηλ der Gewalt
- ηλεκτρομαγνητικό κύμα
- elektromagnetische Welle θηλ
- εγκάρσιο κύμα
- Transversalwelle θηλ