στο λεξικό PONS
προσωπικ|ός <-ή, -ό> [prɔsɔpiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. προσωπικός (ενός μόνο ατόμου):
- προσωπικός
- persönlich
- προσωπική επιχείρηση
- Einzelunternehmen ουδ
- προσωπική εταιρεία
- Einpersonengesellschaft θηλ
- προσωπική εταιρεία
- Einzelunternehmen ουδ
2. προσωπικός (όχι δημόσιος):
- προσωπικός
- privat
3. προσωπικός (του προσώπου):
- προσωπικός
- Gesichts-
- προσωπική αρτηρία
- Gesichtsschlagader θηλ
- προσωπικό νεύρο
- Gesichtsnerv αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προσωπικός υπολογιστής
- Personal Computer αρσ
- προσωπικός αριθμός αρσ αναγνώρισης (πιν)
- persönliche Identifikationsnummer θηλ
- προσωπικός αριθμός αναγνώρισης pin
- persönliche Identifikationsnummer θηλ