στο λεξικό PONS
I. βαθ|αίνω [vaˈθɛnɔ], βαθ|ύνω [vaˈθinɔ] <-υνα> VERB μεταβ (κάνω πιο βαθύ)
- βαθαίνω
- vertiefen
II. βαθ|αίνω [vaˈθɛnɔ], βαθ|ύνω [vaˈθinɔ] <-υνα> VERB αμετάβ (γίνομαι πιο βαθύς)
- βαθαίνω
- sich vertiefen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.