στο λεξικό PONS
σκιά [sciˈa] SUBST θηλ και μτφ
- σκιά
- Schatten αρσ
- στη σκιά
- im Schatten
- βρίσκομαι στη σκιά κάποιου
- in jds Schatten stehen
- φοβάται και τη σκιά του
- er hat vor seinem eigenen Schatten Angst
- σκιά της γης
- Erdschatten αρσ
- σκιά ματιών
- Lidschatten αρσ
- πινελάκι ουδ για σκιά ματιών
- Schwammstäbchen ουδ
- σκιά του ραντάρ
- Radarschatten αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σκιά ματιών
- Lidschatten αρσ
- στη σκιά
- im Schatten
- πινελάκι ουδ για σκιά ματιών
- Schwammstäbchen ουδ
- βρίσκομαι στη σκιά κάποιου
- in jds Schatten stehen
- σκιά της γης
- Erdschatten αρσ