στο λεξικό PONS
κιθάρα [ciˈθara] SUBST θηλ
- κιθάρα
- Gitarre θηλ
- ακουστική/ημιακουστική/ηλεκτρική κιθάρα
- akustische/halbakustische Gitarre θηλ
- ηλεκτρική κιθάρα
- E-Gitarre θηλ
- ηλεκτρική κιθάρα
- Elektrogitarre θηλ
- παίζω κιθάρα
- Gitarre spielen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παίζω κιθάρα
- Gitarre spielen
- ακουστική κιθάρα
- Akustikgitarre θηλ
- ηλεκτρική κιθάρα
- E-Gitarre θηλ
- ακουστική/ημιακουστική/ηλεκτρική κιθάρα
- akustische/halbakustische Gitarre θηλ
- άντε πάλι αυτός με την κιθάρα!
- schon wieder der mit der Gitarre!