στο λεξικό PONS
επαν|αφέρω <-έφερα [ή -άφερα] > [ɛpanaˈfɛrɔ] VERB μεταβ
1. επαναφέρω (φέρνω πίσω):
- επαναφέρω
- zurückbringen
2. επαναφέρω (αποκατασταίνω):
- επαναφέρω
- wiederherstellen
- επαναφέρω την τάξη
- die Ordnung wiederherstellen
- επαναφέρω κάποιον σε ένα αξίωμα
- jdn in ein Amt wiedereinsetzen
- επαναφέρω κάτι στη μνήμη μου
- sich δοτ etw ins Gedächtnis zurückrufen
- επαναφέρω κάποιον στη ζωή
- jdn wieder zum Leben erwecken
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επαναφέρω κάποιον στη ζωή
- jdn wieder zum Leben erwecken
- επαναφέρω την τάξη
- die Ordnung wiederherstellen
- επαναφέρω κάποιον σε ένα αξίωμα
- jdn in ein Amt wiedereinsetzen
- επαναφέρω κάτι στη μνήμη μου
- sich δοτ etw ins Gedächtnis zurückrufen
- ξαναφέρνω/επαναφέρω κάποιον στη ζωή
- jdn wieder zum Leben erwecken