στο λεξικό PONS
μετρό [mɛˈtrɔ] SUBST ουδ αμετάβλ
- μετρό
- Untergrundbahn θηλ
- μετρό
- U-Bahn θηλ
μέτρο [ˈmɛtrɔ] SUBST ουδ
1. μέτρο (πρότυπο σύγκρισης, βαθμός, μήκος, πλάτος, βάθος):
- μέτρο
- Maß ουδ
- χωρίς μέτρο (πιοτό κτλ)
- maßlos
- ξεπερνώ τα μέτρα
- das Maß überschreiten/zu weit gehen
- παν μέτρον άριστον! παροιμ
- alles mit Maß!
- παίρνω μέτρα (ράφτης)
- Maß nehmen
- τα μέτρα (οι διαστάσεις)
- die Maße ουδ πλ
- μέτρα ουδ πλ και σταθμά
- Maße ουδ πλ und Gewichte
- μέτρο μήκους
- Längenmaß ουδ
- μέτρο σύγκρισης μτφ
- Vergleichsmaßstab αρσ
2. μέτρο (100 εκατοστά):
- μέτρο
- Meter αρσ
- τρέχον μέτρο
- laufender Meter αρσ
- τετραγωνικό μέτρο
- Quadratmeter αρσ
- κυβικό μέτρο
- Kubikmeter αρσ
3. μέτρο (ποίησης):
- μέτρο
- Versmaß ουδ
- μέτρο
- Metrum ουδ
4. μέτρο (ενέργεια):
- μέτρο
- Maßnahme θηλ
- λαβαίνω/παίρνω (δραστικά) μέτρα
- (drastische) Maßnahmen ergreifen
- μέτρα ασφαλείας
- Sicherheitsvorkehrungen θηλ πλ
- μέτρα ασφαλείας
- Sicherheitsmaßnahmen θηλ πλ
- βίαια μέτρα
- Gewaltmaßnahmen θηλ πλ
- βίαια μέτρα
- gewaltsame Maßnahmen θηλ πλ
- έκτακτα μέτρα
- außerordentliche Maßnahmen θηλ πλ
- προστατευτικά μέτρα
- Schutzmaßnahmen θηλ πλ
5. μέτρο ΜΟΥΣ:
- μέτρο
- Takt αρσ
μέτρο SUBST
- μέτρα λιτότητας ουδ πλ
- Sparmaßnahmen θηλ πλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μέτρο ουδ σύγκρισης
- Vergleichsmaßstab αρσ
- μέτρο ουδ προσαρμογής
- Anpassungsmaßnahme θηλ
- μέτρο ουδ όγκου
- Hohlmaß ουδ
- κυβικό μέτρο
- Kubikmeter αρσ
- τρέχον μέτρο
- laufender Meter αρσ