στο λεξικό PONS
I. σαπί|ζω <-σα, -σμένος> [saˈpizɔ] VERB μεταβ (προκαλώ αποσύνθεση)
- σαπίζω
- zersetzen
- σαπίζω κάποιον στο ξύλο
- jdn windelweich schlagen
II. σαπί|ζω <-σα, -σμένος> [saˈpizɔ] VERB αμετάβ
1. σαπίζω (γίνομαι σάπιος):
- σαπίζω
- verfaulen
2. σαπίζω (ειδικά ξύλο):
- σαπίζω
- morsch werden
3. σαπίζω μτφ (άνθρωπος):
- σαπίζω
- verrotten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σαπίζω κάποιον στο ξύλο
- jdn windelweich schlagen