στο λεξικό PONS
λαχανιά|ζω <-σα, -σμένος> [laxaˈɲazɔ] VERB αμετάβ (ασθμαίνω)
- λαχανιάζω
- keuchen
- λαχάνιασα από τη σκάλα
- ich bin wegen der Treppe ganz außer Atem gekommen
- είχα λαχανιάσει για να τον φτάσω
- ich war ganz außer Atem gekommen, bis ich ihn erreicht hatte
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.