στο λεξικό PONS
υποβιβά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [ipɔviˈvazɔ] VERB μεταβ
1. υποβιβάζω (κατεβάζω):
- υποβιβάζω
- herabsetzen
2. υποβιβάζω (υποβαθμίζω):
- υποβιβάζω
- herabstufen
3. υποβιβάζω μτφ (ταπεινώνω):
- υποβιβάζω
- demütigen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.