στο λεξικό PONS
πλούσι|ος <-α, -ο> [ˈplusiɔs] ΕΠΊΘ
1. πλούσιος (που έχει πλούτο, που έχει σε αφθονία):
- πλούσιος σε
- reich an +δοτ
- πλούσιος σε βιταμίνες
- reich an Vitaminen/vitaminreich
2. πλούσιος (πολυτελής, ακριβός):
- πλούσιος
- teuer
3. πλούσιος (άφθονος):
- πλούσιος
- reichlich
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάποτε ήταν πολύ πλούσιος
- er war früher einmal sehr reich
- πλούσιος σε βιταμίνες
- reich an Vitaminen/vitaminreich
- λογίζεται ικανός/πλούσιος/…
- er betrachtet sich als fähig/reich/…
- όσο πλούσιος και να είναι
- so reich er auch sein mag