στο λεξικό PONS
αντίστασ|η <-εις> [anˈdistasi] SUBST θηλ
1. αντίσταση ΦΥΣ:
- αντίσταση κατά +γεν
- Widerstand αρσ gegen +αιτ
- προβάλλω αντίσταση σε κάτι
- einer Sache δοτ Widerstand leisten
- κάνω αντίσταση (μετέχω σε οργάνωση ή κίνημα)
- Widerstand leisten
- τσακίζω την αντίσταση κάποιου
- jds Widerstand brechen
- χωρίς αντίσταση
- widerstandslos
- ενεργητική/παθητική αντίσταση
- aktiver/passiver Widerstand αρσ
- κίνημα ουδ αντίστασης
- Widerstandsbewegung θηλ
- Εθνική Αντίσταση ΙΣΤΟΡΊΑ
- griechische Widerstandsbewegung θηλ im Zweiten Weltkrieg
- αντίσταση αέρος, αντίσταση του αέρα
- Luftwiderstand αρσ
- ειδική αντίσταση ΦΥΣ
- spezifischer Widerstand αρσ
- επιφανειακή αντίσταση
- Oberflächenwiderstand αρσ
- εσωτερική/εξωτερική αντίσταση
- innerer/äußerer Widerstand αρσ
- αντίσταση ηλεκτροδίου
- Elektrodenwiderstand αρσ
- μαγνητική αντίσταση
- magnetischer Widerstand αρσ
- οριακή αντίσταση
- Grenzwiderstand αρσ
- αντίσταση τριβής
- Reibungswiderstand αρσ
2. αντίσταση ΗΛΕΚ:
- αντίσταση
- Widerstand αρσ
- ανοδική αντίσταση
- Anodenwiderstand αρσ
- αρνητική αντίσταση
- negativer Widerstand αρσ
- ενδογενής αντίσταση
- Eigenwiderstand αρσ
- επαγωγική αντίσταση
- Induktivität θηλ
- ηλεκτρική αντίσταση
- elektrischer Widerstand αρσ
αντίσταση SUBST
- ωμική αντίσταση θηλ ΗΛΕΚ
- Ohm'scher Widerstand αρσ
- ωμική αντίσταση θηλ ΗΛΕΚ
- ohmscher Widerstand αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αντίσταση αέρος, αντίσταση του αέρα
- Luftwiderstand αρσ
- αντίσταση θηλ τριβής
- Reibungswiderstand αρσ
- αντίσταση θηλ αγωγού
- Leitungswiderstand αρσ
- αντίσταση θηλ ρευστών
- Strömungswiderstand αρσ
- αντίσταση θηλ ροής ΜΗΧΑΝΙΚΉ
- Strömungswiderstand αρσ