στο λεξικό PONS
επαγγελματικ|ός <-ή, -ό> [ɛpaɲɟɛlmatiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. επαγγελματικός (σχετικός με το επάγγελμα):
- επαγγελματικός
- beruflich, Berufs-
- επαγγελματικό ατύχημα
- Berufsunfall αρσ
- επαγγελματική δραστηριότητα
- berufliche Tätigkeit θηλ
- επαγγελματική επιστολή
- Geschäftsbrief αρσ
- επαγγελματική ζωή
- Berufsleben ουδ
- επαγγελματική ζωή
- Arbeitsleben ουδ
- επαγγελματική κατάρτιση
- berufliche Ausbildung θηλ
- επαγγελματική κατάρτιση
- Berufsausbildung θηλ
- επαγγελματικός κλάδος
- Berufszweig αρσ
- επαγγελματικό λάθος
- Berufsfehler αρσ
- επαγγελματικό νόσημα
- Berufskrankheit θηλ
- επαγγελματική πείρα/εμπειρία
- Berufserfahrung θηλ
- (καλές) επαγγελματικές προοπτικές
- (gute) Berufsaussichten θηλ πλ
- επαγγελματικός προσανατολισμός
- Berufsberatung θηλ
- επαγγελματικό όχημα (φορτηγό κτλ)
- Nutzfahrzeug ουδ
- επαγγελματική συζήτηση (μεταξύ υπαλλήλων και προϊσταμένου)
- Dienstgespräch ουδ
- επαγγελματική συζήτηση (με άλλη επιχείρηση, για συναλλαγές)
- Geschäftsgespräch ουδ
- επαγγελματικό επαγγελματικός (ως υπάλληλος)
- Dienstreise θηλ
- επαγγελματικό επαγγελματικός (ως επαγγελματίας)
- Geschäftsreise θηλ
- για επαγγελματική χρήση
- zur beruflichen Nutzung
2. επαγγελματικός (με δεξιοτεχνία):
- επαγγελματικός
- professionell
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- επαγγελματικός κλάδος
- Berufszweig αρσ
- επαγγελματικός σύνδεσμος
- Berufsverband αρσ
- επαγγελματικός βίος
- Arbeitsleben ουδ
- επαγγελματικός προσανατολισμός
- Berufsberatung θηλ
- επαγγελματικός κίνδυνος
- berufliches Risiko ουδ