στο λεξικό PONS
φαρμακείο [farmaˈciɔ] SUBST ουδ
- φαρμακείο
- Apotheke θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- το φαρμακείο είναι κλειστό
- die Apotheke hat geschlossen
- εδώ κοντά υπάρχει ένα φαρμακείο
- hier in der Nähe gibt es eine Apotheke
- πήγα στο πιο κοντινό φαρμακείο και …
- ich ging zur nächsten Apotheke und …