στο λεξικό PONS
I. υφίσταμαι <υπέστην> [iˈfistamɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
1. υφίσταμαι (υποβάλλομαι):
- υφίσταμαι κάτι
- sich einer Sache unterziehen
2. υφίσταμαι (παθαίνω):
- υφίσταμαι
- erleiden
II. υφίσταμαι <υπέστην> [iˈfistamɛ] VERB αμετάβ (υπάρχω)
- υφίσταμαι
- bestehen, existieren
υφίσταμαι VERB
- υφίσταμαι
- aushalten
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υφίσταμαι ήττα
- eine Niederlage erleiden
- υφίσταμαι κάτι
- sich einer Sache unterziehen
- υφίσταμαι τα επακόλουθα της …
- die Konsequenzen der … tragen