στο λεξικό PONS
λύπη [ˈlipi] SUBST θηλ
1. λύπη (θλίψη):
- λύπη
- Kummer αρσ
- περάσαμε χαρές και λύπες
- wir haben Freud und Leid erlebt
2. λύπη (στενοχώρια):
- λύπη
- Bedauern ουδ
- εκφράζω τη λύπη μου
- sein Bedauern äußern
- προς μεγάλη μου λύπη
- zu meinem großen Bedauern
- με λύπη μας σας πληροφορούμε ότι …
- wir bedauern, Ihnen mitteilen zu müssen, dass …
3. λύπη (πένθος):
- λύπη
- Trauer θηλ
4. λύπη (συμπόνια):
- λύπη
- Mitleid ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εκφράζω τη λύπη μου
- sein Bedauern äußern
- προς μεγάλη μου λύπη
- zu meinem großen Bedauern
- το πρόσωπό του έδειχνε λύπη
- sein Gesicht verriet Kummer
- στη χαρά και στη λύπη
- in Freud und Leid
- με λύπη μας σας πληροφορούμε ότι …
- wir bedauern, Ihnen mitteilen zu müssen, dass …