στο λεξικό PONS
τακτοποι|ώ [taktɔpiˈɔ], ταχτοποι|ώ [taxtɔpiˈɔ] <-είς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> VERB μεταβ
1. τακτοποιώ (κανονίζω):
- τακτοποιώ ταχτοποιώ
- regeln
2. τακτοποιώ (βάζω σε τάξη):
- τακτοποιώ ταχτοποιώ
- ordnen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- τάκα-τάκα
- τάκλιν
- τάκος
- τακουνάκι
- τακούνι
- τακτοποιώ
- τακτός
- τάλα
- ταλαιπωρία
- ταλαίπωρος
- ταλαιπωρώ