στο λεξικό PONS
δελεαστικ|ός <-ή, -ό> [ðɛlɛastiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. δελεαστικός (προσφορά):
- δελεαστικός
- verlockend
2. δελεαστικός (γυναίκα, άντρας):
- δελεαστικός
- verführerisch
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- Δεκέμβρης
- δεκεμβριανός
- Δεκέμβριος
- ΔΕΚΟ
- δέκτης
- δελεαστικός
- δέλτα
- δελτάριο
- δελτίο
- δελτιοθήκη
- δελφίνι